Tο ξενοδοχείο ήταν εξαιρετικό. Πέντε αστέρων, λέει. Η θάλασσα της Καραϊβικής μαγική, ονειρεμένη. Να κλείνεις τα μάτια και να σου έρχονται στο μυαλό οι χιλιοτραγουδισμένοι στίχοι …
Το βράδυ, είχαν κλείσει τραπέζι σε γαλλικό εστιατόριο. Εκείνη φόρεσε το μαύρο φόρεμα που άφηνε τους κατάλευκους ώμους της εκτεθειμένους. Εκείνος ξυρίστηκε, έβαλε καθαρό πουκάμισο, μαύρο καλό παπούτσι, ταιριαστή ζώνη. Έριξε στους ώμους της ένα αραχνοϋφαντο μαντήλι, φόρεσε τα ψηλά πέδιλά της & πήρε το μικροσκοπικό ασσορτί τσαντάκι της.
Τον άφησε να κλειδώσει. Δεν ξέρω αν ήταν το μακρύ μαλλί του που είχε δέσει, το καλλιτεχνικό μουσάκι του, το μελαμψό δέρμα του ή ο τρόπος που έβαζε το χέρι του στη μέση της, είχε κάτι λατινοαμερικάνικο πάνω του.
Μπαίνοντας στην αίθουσα, ένοιωθαν ότι ξεχώρισαν αμέσως από το πλήθος. Οι θαμώνες –στη συντριπτική πλειοψηφία τους αμερικανοί- ντυμένοι «κάζουαλ». Μιλούσαν μεγαλόφωνα, μασούσαν με ανοιχτό στόμα, προφέρανε τα πάντα στο μενού με μια φρικτή προφορά …
Ο μετρ ευγενέστατος, καλά εκπαιδευμένος & εξαιρετικά αποδοτικός. Φαινόταν από εκείνους τους τύπους που παίρνουν το καθήκον τους πατριωτικά. Είχε ευθύνη να δουλεύουν όλα ρολόι & δεν φαινόταν έτοιμος να δεχθεί τίποτα λιγότερο από Ελβετική ακρίβεια.
Σε μια αυτοσχέδια σκηνή στην άκρη της αίθουσας, ένα ντουέτο: φλάουτο & κιθάρα. Ένας νεαρός με γνήσια λατινοαμερικάνικα χαρακτηριστικά & μια κοπέλα που φαινόταν να έχει έρθει πριν 5’ λεπτά από το μάθημα στο Κρατικό Ωδείο. Μακριά μαλλιά, πλεγμένα σε κοτσίδα. Μελαχρινή, με γλυκό πρόσωπο που φανέρωνε καλλιέργεια.
Μετά το πρόγραμμα που είχαν προ-επιλέξει, δέχθηκαν «παραγγελιές». Τους ζητήθηκαν κυρίως κομμάτια του Σινάτρα, μελωδίες από μιούζικαλ του ’60, «χιτάκια». Δέχθηκαν. Έπαιζαν ασταμάτητα και οι θαμώνες συνέχιζαν να τρώνε με το στόμα ανοιχτό και να μιλούν τόσο δυνατά, όσο χρειαζόταν για να ακούγονται 2-3 τραπέζια παρακάτω.
«Πώς το λένε στα Ισπανικά;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Hasta siempre.»
«Θα τους το ζητήσεις;»
«Εντάξει!»
Τους το ζήτησε.
Χαμογέλασαν και οι δυο. Με το πάθος του μουσικού που παίζει την αγαπημένη του σύνθεση γέμισαν την αίθουσα «επανάσταση». Οι αμερικανοί (Καναδοί κατά δήλωσή τους) πάγωσαν. Αρκετοί κοίταζαν αμήχανα.
Aquí se queda la clara,
la entrañable transparencia,
de tu querida presencia
Comandante Che Guevara.
«Νομίζω προτιμούσαν τον Σινάτρα.»
«Δεν πειράζει. Θα το ξεπεράσουν.»
Αντάλλαξαν ένα μικρό συνωμοτικό χαμόγελο. Πικρό χαμόγελο.
«Δεν σκοτώθηκε ο Τσε για να τρώνε έτσι οι Αμερικανοί εδώ … Δλδ, σκοτώθηκε για να μπορούν να τρώνε όλοι εδώ, έτσι. Όλοι οι λαοί.»
«Μωρό μου, ηρέμησε!»