Η ανάσα σου ήτανε η πρώτη μου πατρίδα.
Η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός.
Πάει καιρός που έχω φύγει απ’ τη Θήβα
και περιφέρομαι, σακάτης και τυφλός.
Καθαγιασμένος στα νερά της λησμονιάς σου,
εξουθενωμένος απ’ τα έργα και τις μέρες σου
θητεύω δίπλα σ’ αγάπες ξοφλημένες
γιατί τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου.
Παραχωρώ το άθλιο κορμί μου, τις πληγές μου
να εξασκηθούν οι μανιακοί και οι αρχάριοι.
Θεέ μου, πώς ξεραθήκαν έτσι οι πηγές μου
που ξεδιψούσαν ναυαγοί, λεγεωνάριοι.
Και θα πληρώνω σαν αντίτιμο στο χρόνο
τη μοναξιά για όλα τα χάδια που ζητούσα
για την αγάπη που με βύθισε στον πόνο
κι έτσι σακάτεψα, εσένα, που αγαπούσα!
Άραγε, θα θυμάται κάποιος το όνομά μας,
της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια;
Τα πάθη μας, τις λύπες τα δεινά μας;
Άραγε, υπήρξαμε ποτέ στα ονειρά μας;
Άραγε, θα θυμάται κάποιος το όνομά μας,
της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια;
Τα πάθη μας, τις λύπες τα δεινά μας;
Άραγε, υπήρξαμε ποτέ στα ονειρά μας;
Άραγε, υπήρξαμε ποτέ στα ονειρά μας;
Άραγε, θα θυμάται κάποιος το όνομά μας;
Άραγε, θα θυμάται κάποιος το όνομά μας;
Άραγε, υπήρξαμε ποτέ στα ονειρά μας;
[Διάφανα Κρίνα, Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου, Παντελής Ροδοστόγλου]