Με έχουν κουράσει όλοι αυτοί που ήταν φίλοι μου, μόνο όσο είχαν ανάγκη τη βοήθειά μου. Τότε ενδιαφέρονταν να μάθουν για την υγεία μου, για την οικογένειά μου, για όλα. Ήθελα να με πλησιάσουν με κάθε τρόπο και κρέμονταν από τα χείλη μου όταν μιλούσα.
Σήμερα που δεν εργαζόμαστε πια στον ίδιο χώρο, η αναισθησία τους έχει ξεπεράσει κάθε όριο.
Δεν τους βοηθούσα τότε επειδή περίμενα κάποια ανταπόδωση. Άλλωστε, είναι περιορισμένα αυτά που μπορούν να κάνουν και δεν είμαι σίγουρη πως θα τους το ζητούσα. Δεν είμαι άνθρωπος που υποχρεώνεται σε τρίτους χωρίς λόγο.
Διαπιστώνω όμως ότι διαψεύδουν τις χειρότερες προσδοκίες μου, ως προς το ανθρώπινο μέρος των σχέσεων που είχαμε. Περίμενα έστω ένα τηλεφώνημα, ένα γαμημένο τυπικό τηλεφώνημα, π.χ. σε μια γιορτή. Π.χ. από εκείνους που έψαχνα να τους βρω μπουκάλες με αίμα όταν το είχαν ανάγκη. Ή εκείνους που τους ετοίμαζα εργασίες για τα παιδιά τους. Ή εκείνους που κίνησα γη και ουρανό για να τους βρω συστατικές επιστολές.
Αντ’ αυτού, από τότε που έπαψαν να με αρμέγουν, έχει διακοπεί και η επικοινωνία μας.
Καλύτερα, δε θέλω να έχω σχέσεις με τέτοιους ανθρώπους.
Με θλίβει όμως, ότι και τα δικά μου παιδιά, θα πρέπει να μεγαλώσουν σε τέτοιο κόσμο.
Κι αν υπομειδιώ κυνικά όποτε ακούω αναφορές περί Ελληνικής φιλοξενίας, παληκαριάς, καρδιάς, ψυχής και λοιπές βλακείες, είναι επειδή την έχω εισπράξει. Όσο κι αν δε βάζω μυαλό, επειδή έτσι έχω μάθει να κάνω, να βοηθάω τον οποιονδήποτε μου το ζήτήσει …
Αηδία.