Δεν είναι όλα για όλους. Τα μεταξωτά εσώρουχα, *ξέρετε* ποιος [θα έπρεπε να] τα φορά. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όχι απλά χαραμίζονται, μα μπορεί να προκαλέσουν – ας το πω (ευ)γενικά – … αμηχανία.
Κι αν “θητεύω δίπλα σε αγάπες ξοφλημένες” το κάνω από επιλογή [μου]. Στο κάθε χάδι, κι ένας κόμπος φεύγει, ματωμένος, απ’ το σημάδι της παλιάς, κινέζικης, πληγής.
Αυτοκαταστροφικό, μα, τί σημασία έχει; … ο ήλιος πάντα μόνους θα μας βρίσκει, εκεί, μακριά, πολύ μακριά που θα ταξιδεύουμε. Οι πολιτείες, ξένες θα μας δέχονται, οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες! Στην άμμο πάνω, σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει … Βαμμένη. Να με φέγγει φως αρρωστημένο.
Συνειδητά είναι όλα. Όλα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι και βαθύτατα ενστικτώδη.
Ελπίζω πως, δεν θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ, και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες. Σκοπεύω να φροντίσω για το αντίθετο.
[Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει, για να το θέσω σε στυλ Νιόνιου.]
Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.
Weiterlesen