βεργκόνια!

Διάβασα ένα συμπαθέστατο κείμενο στην ηλεκτρονιή μορφή της Ελευθεροτυπίας, το οποίο με έβαλε σε προβληματισμό.

***

ΤΟ κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο Μπελπολίτι «Senza vergogna» (Guanda, 2010).

Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων.

Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός».

Ο Γκίντερ Αντερς, ο γερμανός φιλόσοφος που μετανάστευσε στην Αμερική κατά τη διάρκεια του ναζισμού, έγραψε ότι θα μας υποκλαπεί δόλια «η εμπειρία και η ικανότητα να παίρνουμε θέση». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Εξαιτίας της τηλεοπτικής εικόνας έχουμε μπροστά μας έναν πολύ ευρύ ορίζοντα «σε άμεση αισθητή θέα, αλλά μόνον μέσα από τις εικόνες του». Συναντάμε την πραγματικότητα «υπό τη μορφή της φαινομενικότητας και της φαντασίωσης», όχι τον «κόσμο» αλλά «ένα καταναλωτικό αντικείμενο που μας το προμηθεύουν κατ’ οίκον».

Από τον Θανάση ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

***

Αρχικά, αποκηρύσσω τον απόλυτο τόνο του συγκεκριμένου αποσπάσματος. Επειδή δεν είχα τη χαρά να διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο, θέλω να πιστεύω ότι δεν ήταν τόσο απόλυτο σε όλες τις διατυπώσεις.

Στην ταμπακιέρα τώρα …

Θεωρώ εαυτόν εξαιρετικά “ξεδιάντροπη” και δεν το λέω με την γνωστή, αρνητικά φορτισμένη, έννοια. Επειδή, κατά την ταπεινή μου άποψη, τις περισσότερες σύγχρονες [ΟΚ, “σύγχρονες” με την διευρυμένη έννοια του όρου] “ντροπές” μας τις έχουμε υιοθετήσει από κάποιες εκκλησιαστικές [ή γενικότερα “θρησκευτικές”] επιταγές, βρίσκω πως το λογικό βήμα της προόδου είναι να απαγγιστρωθούμε από αυτές.

Ακόμα και ορισμένες “ντροπές” που φαινομενικά είναι κοινωνικής προέλευσης [π.χ. για μία γυναίκα που είναι κακή νοικοκυρά], αν ψάξουμε τη βαθύτερη αιτία τους, κάποιος μουτζαχεντίν έχει σίγουρα συνεισφέρει στο να ριζώσουν βαθιά μέσα μας.

Συνεπώς, αν μη τί άλλο, θεωρώ υποχρέωσή μου να τις εκριζώσω. Πρώτα από μέσα μου, μετά από τον άμεσο περίγυρό μου, και τελικά από την κοινωνία. Όχι ότι είναι στο χέρι μου … από το δεύτερο βήμα και μετά, τουλάχιστον. Αλλά είπαμε: την παλεύω, όσο δύναμαι.

Από την άλλη, ασχέτως εάν πλέον την έχω απαρνηθεί, είμαι από εκείνα τα παιδιά που κάποτε αγαπούσαν πολύ την τηλεόραση. Που, ίσως έμαθαν να διαβάζουν γρήγορα εξαιτίας της [ας είναι καλά η ανυπαρξία μεταγλωττισμένων στις δοξασμένες εποχές της ΥΕΝΕΔ]. Που, σίγουρα υιοθέτησαν ένα λεξιλόγιο και μία προφορά της αγγλικής γλώσσας, εξαιτίας της. Που, αργότερα έμαθαν κοτζάμ ξένη γλώσσα, με τη βοήθειά της.

[Τελικά, μάθαμε ποτέ ποιον κέρδισε η Χαβάη με 5-0 ???]

Δεν ξέρω κατά πόσο έχει αλλάξει αυτό, λόγω “εποχής”. Η ποιοτική διαφορά των τότε τηλεοπτικών προγραμμάτων σε σύγκριση με τα σημερινά, μπορεί να περιγραφεί ως το ισότιμο του Χίτσκοκ σε σύγκριση με τον Ταραντίνο. Κι εγώ τον συμπαθώ τον Κουέντιν [συχνά αναφέρω το Reservoir Dogs ως μία από τις αγαπημένες μου ταινίες], αλλά δεν χρειάστηκε να δω ποτέ πίδακες αίματος στο Ψυχώ, στα Πουλιά, στο Δεσμώτη του Ιλίγγου κλπ, για να πιαστεί το στομάχι μου.

Σε άλλο παράδειγμα, μπορεί το Τhe blob να είχε ειδικά εφέ για κλάματα [όπως φερ’ ειπείν το ελληνικό καλτ φιλμάκι “η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά”], αλλά αυτοί οι ιπτάμενοι κινέζοι με το χρόνο που διαστέλλεται όποτε πηδάνε στο αέρα, με έχουν κουράσει. Σήριουσλι.

Ίσως είμαι από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνωρίζω, που δεν έχουν ποτέ παρακολουθήσει ούτε 30 » δευτερόλεπτα από “reality show” οποιασδήποτε μορφής. Για να μην λέω πίπες: είχα κάποτε δει αποσπασματικά επεισόδια από το The real world, στο MTV, το σόου που θεωρούν ότι αποτέλεσε τον πρόδρομο των σημερινών reality shows. Ήταν εξαιρετικά βαρετό και κάτι κατινο-τσακώματα μου προκαλούσαν αχρείαστο πονοκέφαλο. Σιγά μην καθόμουνα εγώ να μάθω ποιος είναι ποιος για να με νοιάξουν τα προβλήματά του!

Και επανέρχομαι στην ταμπακιέρα …

Θα έπρεπε να με προβληματίζει αυτή μου η απώλεια της “ντροπής” [παρέα με τη “σεμνότητα”]; Και αν ναι, τί πρέπει να κάνω;

Με τον τρόπο που την όρισε ο συγγραφέας “το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι” … θεωρώ ότι την διαθέτω ακόμα.

Απλά, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μου την προκαλέσει κάποιος ή κάτι. Ίσως επειδή η βασική μου φιλοσοφία, υπαγορεύει να κάνω οτιδήποτε, αρκεί να μπορώ να λογοδοτώ στον καθρέφτη μου, χωρίς να με φτύνω. Δυστυχώς, όχι αδύνατο: έχω κάνει τις γκάφες μου κι εγώ, μερικές εκ των οποίων ακόμα μου προκαλούν ναυτία και κόμπο στο στομάχι.

Κι αν χάθηκε η ντροπή, signore Belpoliti, τότε εμένα γιατί με ενοχλεί ακόμα κάτι που είχα κάνει στα 12 και κάτι άλλο που είχα πει στα 15; Γιατί θέλω ακόμα να ζητήσω συγγνώμη από όσους είχα στεναχωρήσει τότε;

Δηλαδή, θα έπρεπε να ντρέπομαι για τις προσωπικές επιλογές μου, επειδή διαφωνούν με εκείνες που επιτάσσουν οι περισσότερες θρησκείες; Ε, όχι! Δεν θα κάνω τη χάρη σε κανέναν μουτζαχεντίν, να του επιτρέψω να κρίνει την ηθική μου. Διαθέτω κρίση και αξιοπρέπεια και ακόμα κι όταν αυτές κλονίζονται, διαθέτω πολλούς φίλους ή συγγενείς – ή γενικότερα ανθρώπους που με αγαπούν – οι οποίοι φροντίζουν να με « επαναφέρουν στον ίσιο δρόμο ».

Όσο για τη σεμνότητα, την οποία ορισμένοι, λανθασμένα συγχέουν με την μετριοφροσύνη, αυτή μάλλον την απωλέσαμε εξαιτίας των 15′ λεπτών δημοσιότητας [ξέρετε, του Άντι Γουόρχολ]. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, είναι άνθρωποι με πραγματική εσωτερική αξία. Όσοι δηλαδή δεν έχουν ανάγκη των προβολέων για να αποκτήσουν υπόσταση.

Γιατί όμως είμαστε τόσο σίγουροι ότι την διαθέταμε κάποτε και ότι εσχάτως απωλέσθη; Προσωπικά, δεν έχω πεισθεί για κάτι τέτοιο.

***

Η ντροπή ήταν αυτό που διέκρινε την ανθρώπινη ύπαρξη από τα ζώα. Η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας είναι, όπως έχει λεχθεί, μια «επιδερμική ντροπή» (Αγκνες Χέλερ) ή, όπως λένε οι ψυχολόγοι, μια «αμοραλιστική ντροπή». Δεν είναι μια αληθινή ντροπή αλλά μια επιφανειακή ντροπή, που συνδέεται ακριβώς με την ηθική της επιτυχίας, με τον πιο βαθύ κομφορμισμό ο οποίος, παρά τα τόσα λόγια που ξοδεύει για να εξυψώσει το άτομο, το τυποποιεί όλο και περισσότερο.

Οπως μας εξηγούν οι ψυχολόγοι, η «ηθική ντροπή» προϋποθέτει τη στενή σύνδεση αισθήματος ενοχής και ντροπής. Η αμοραλιστική ντροπή αντίθετα δεν συνδέεται πλέον με κάποιον κανόνα αλλά μόνο με μοντέλα κατανάλωσης, με κοινωνικές ετικέτες, με προσωπική εξουσία ή με την έκβαση του σεξουαλικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση μιας γυναίκας ή ενός άνδρα.

***

Φυσικά και συμφωνώ με τη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος “σκληρός” κομφορμισμός αποσκοπεί στο να μας περάσει όλους από τη μηχανή του κιμά. Να ομογενοποιηθούμε. Και η “επιδερμική ντροπή” που περιγράφει το κείμενο είναι εκ των βασικότερων εργαλείων του.

Θυμηθείτε μόνο το παιδί που, κλαίει από ντροπή στο σπίτι, επειδή στο σχολείο, τα υπόλοιπα διαθέτουν αθλητικά συγκεκριμένης φίρμας (brand name). Εκβιάζονται έτσι οι γονείς να κόψουν το λαιμό τους και να εξασφαλίσουν πως το παιδί τους δεν θα ντρέπεται. Και κατ’ επέκταση ούτε οι ίδιοι, επειδή “απέτυχαν” στις “στάνταρ παροχές”.

Όσο βαθαίνει η κρίση, θα επιστρέψουν τέτοιες μέρες. Και τώρα η “επιδερμική ντροπή” θα είναι πολύ χειρότερη. Διότι κάποτε, δεν είχε η αγορά αυτά που διαθέτει σήμερα, ούτε και ξέρανε τα παιδιά τί είναι όλα αυτά. Ενώ σήμερα ξέρουν. Και οι γονείς το ίδιο. Και ξέρουν πως απλά, δεν μπορούν πλέον να τα αποκτήσουν.

Αν θέλετε έναν συμβολισμό άλλων εποχών, θυμηθείτε πώς κάποτε οι “ευτραφείς” κορασίδες ήταν περιζήτητες ως γόνοι οικογενειών που είχαν την οικονομική δυνατότητα να τις … εκθρέψουν, όταν όλοι γύρω λιμοκτονούσαν. Ή έπρεπε να εργαστούν (θεός φυλάξοι!) για τον επιούσιο … άρα δεν προλάβαιναν να παχύνουν τόσο.

[Ξέρω, ξέφυγα πάλι. Από την πόλη ερχόμουν και στην κορυφή καν’ έλα … Δεν είχα και πολύ καλύτερο τρόπο να γεμίσω το χρόνο μου: ακούω υπέροχη μουσική και γράφω.]

Publicités

À propos de espοir - надежда - Hoffnung - speranza

надежда - 100% durchschaut - Vous m’avez pris pour une des votre! Voir tous les articles par espοir - надежда - Hoffnung - speranza

Qqchose a declarer?

Entrez vos coordonnées ci-dessous ou cliquez sur une icône pour vous connecter:

Logo WordPress.com

Vous commentez à l'aide de votre compte WordPress.com. Déconnexion / Changer )

Image Twitter

Vous commentez à l'aide de votre compte Twitter. Déconnexion / Changer )

Photo Facebook

Vous commentez à l'aide de votre compte Facebook. Déconnexion / Changer )

Photo Google+

Vous commentez à l'aide de votre compte Google+. Déconnexion / Changer )

Connexion à %s