από πολύ μακριά, με σκόνη

Χθες το βράδυ άκουγα κάτι μελοποιημένα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου στο repeat. Όχι, δεν έχω σκοπό να αυτοκτονήσω, δεν έβγαλα τα ξυραφάκια στη μπανιέρα, ούτε και με έπιασε ξαφνικά ο πόνος για την Πατησίων, πάνω κάτω, σκισμένες αφίσες.

Μόνο που εμείς είχαμε αποφασίσει
ν’αλλάξουμε τον κόσμο
κι αυτό δε γίνεται με εξοχή.
Το’χαμε πει αυτό.
Ψάχναμε να βρούμε όπλα
ξέραμε
πως όλοι πεθαίνουνε
αλλά υπάρχουνε θάνατοι που βαραίνουνε
γιατί διαλέγουνε οι ίδιοι τον τρόπο.
Και μεις αποφασίσαμε
το θάνατο στο θάνατο
γιατί αγαπάγαμε πολύ τη ζωή.
Ξέρω πως υπάρχουνε ατέλειωτες ακρογιαλιές
και δέντρα μες στη θάλασσα
κι ο έρωτας είναι σπουδαίο πράμα.
Αλλά έπρεπε πρώτα να τελειώνουμε με τα γουρούνια.

Έτυχε κι έβαλα το πρώτο βιντεάκι, από μία παραπομπή, από τις χιλιάδες που περνάνε στο timeline μου, μνημονεύοντας τα 19 χρόνια από το θάνατό της, στις 3 Οκτωβρίου 1993.

Μυρίζει ο αέρας παντού γενετήσια αστυνομική οσμή.
Ο αέρας φέρνει γαυγίσματα γερμανικής αστυνομίας…
Τώρα πρέπει να κατεβάσω το γενικό να σωθώ.
Τώρα πρέπει να κάψω
τον ψεύτικο δισταγμό της αυτοσυντήρησης να ζήσω.
Να καταστείλω την καταστολή. Να προχωρήσω…

Αισθάνθηκα ότι είναι φρικτά επίκαιρη. Πολύ πιο επίκαιρη απ’ ό,τι ήταν τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Την ξανάκουσα. Μετά, ήταν θέμα χρόνου να πατήσω την παραπομπή στο επόμενο βιντεάκι.

Ναι, η « Παραγγελιά » και ο Κοεμτζής είναι πλέον επίκαιροι.

Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι
τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε

Οι φαλτσέτες, οι « βαμμένοι » ασφαλίτες, οι τσαμπουκάδες, είναι πάλι επίκαιροι.

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά, λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου.

Κι αν αυτό δεν σας τρομάζει από μόνο του, εάν αυτό είναι πολύ αφαιρετικό, δείτε το ως εξής: εκεί που οδεύαμε προς μία συμφιλίωση που, έβαζε τους πάντες να « σφίξουν τα χέρια » απλά και γλυκανάλατα, κάναμε στροφή 180 μοιρών και πάμε πάλι στις γωνίες μας.

Έτσι και λίγο φανείς μπόσικος πέρασες απέναντι
Μη νοιάζεσαι όμως. Θα τα καταφέρουμε.
Μόνο να, καμιά φορά κουράζομαι εγώ
δεν έχω και δουλειά, με πιάνει το παράπονο καληώρα.

Ο καθένας, ολοταχώς, στην πλευρά που επιλέγει. Οι εδώ και οι απέναντι.

Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας “φασίστες!!”
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
“έτσι” “αόριστα”
σπασμένη σε κομματάκια

Επίκαιρο πάλι. Θλιβερά επίκαιρο. Πιο επίκαιρο σήμερα απ’όσο ήταν πριν 30 χρόνια. Πιο θλιβερά επίκαιρο από τότε που δολοφονήσανε τον Καλτεζά [τότε υπήρχε ελπίδα για καλύτερες μέρες] ή τον Γρηγορόπουλο [τότε υπήρχε ακόμα μία στοιχειώδης κοινωνική συνοχή].

Θέλετε περιγραφή; Ορίστε:

Η τάξη που θα’φερνε την αλλαγή αποκοιμήθηκε.
Μπορούμε κι εμείς να παίξουμε την ηγεσία.
Κοιμήσου … τώρα είναι ήσυχα. Η εποχή μας.
Νάνι, φαΐ και πήδημα.
Οι τραμπούκοι προσεύχονται στο μαξιλάρι μας
κι οι δολοφόνοι δουλεύουν για μας.

Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ελπίδα, ούτε συνοχή. Επιστρέφουμε στο « εμείς » κι « εκείνοι ». Και « εκείνοι » είναι οι μέχρι πρότινος διπλανοί μας. Είναι πολλές φορές ίδιοι με μας, πήγαμε στο ίδιο σχολείο, αλλά πήραν άλλο δρόμο.

… έχω χάσει τη φαντασία μου
κι όταν ακούω « Κατερίνα » τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Ορισμένοι έχουμε ήδη φτάσει εκεί και περιμένουμε τους υπόλοιπους.

Και τί μ’ αυτό;

Η συνενοχή των θλιμμένων, η τελευταία παρηγοριά.

Ορισμένοι – πολύ λίγοι όμως – δεν είχαν φύγει ποτέ. Ήταν πάντα εκεί, βίωναν την ελευθερία, ή ήξεραν να την ορίζουν σωστά, όταν οι πολλοί, δεν είχαμε ακόμα ιδέα. Είχαν καθαρότερο βλέμμα.

ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου

Μπορεί να ήταν επειδή μεγαλώσαμε με ελπίδες – ουτοπικές, όπως φάνηκε – για κάτι καλύτερο. Για κάποιες δεκαετίες, πολλοί έτρεφαν τέτοιες. Κι εγώ σε αυτούς, αθεράπευτα ρομαντική, παιδικά αφελής, τυχερή από κούνια.

Να φυλάξεις μονάχα
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές
απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.

Αυτό που βίωνε η Γώγου, αυτό που την έκανε να γράφει, έχει ξανασκεπάσει τη χώρα. Την έχει πλακώσει μία βαρυχειμωνιά. Όχι ως καιρικό φαινόμενο, αλλά στο θέμα της κοινωνικής ειρήνης.

[« Ειρήνη » δεν είναι ο μη-πόλεμος, είναι η μη-εκμετάλλευση.]

Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία
και ανάποδα.

Προσέξτε αρκετά και τις τρεις λέξεις: ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία.

Δεν ξέρω για σας, εγώ τα διακρίνω παντού. Δεν υπάρχει τίποτα χωρίς αυτά. Καμία έννοια, κανένας θεσμός, καμία υλική ή άυλη ελπίδα. Τίποτα πια.

Νυχτώνει.
Ο εκφώνητής απ’ την τηλεόραση
μου κλείνει πονηρά το μάτι.
Νυχτώνει κι άλλο.
Αντέχω ακόμα.
Δεν υπογράφω.

Νυχτώνει. Μεταφορικά κυρίως. Στους θεσμούς, στις πρώην αξίες μας, στις σχέσεις, σε όσα θέσφατα είχαμε. Ξεχάστε τα αυτά.

-πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους
-καταλαβαίνετε- θέλουν να ζήσουν
κόβουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ‘ αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φοβάμαι δεν βλέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θα προχωρήσω

Πολλά νοήματα, πολλές εικόνες, συμπυκνωμένη απογοήτευση, θλίψη, οργή, απαισιοδοξία, ματαιότητα. Μέσα σε όλα, τίποτα δεν μυρίζει περισσότερο εμφύλιο από αυτόν το στίχο:

Γι’αυτό σου λέω,
την επόμενη φορά που θα μας ρίξουν
να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε.
Να ζυγιαστούμε!

Μην γελιόμαστε. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν πολύ ακόμα πριν καλυτερέψουν. Ειδικά όταν αρχίσει το ζύγιασμα. Θα έχουν όλες οι πλευρές θύματα.

Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί.
Και θαρθούνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά-
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο:
« Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος ».

Πολυτέλειες.

Κοστίζει να μείνεις άνθρωπος.

Ψυχοφθόρο, εξουθενωτικό, τρομερή εξάντληση δυνάμεων.

Εκείνος ο τύπος ο από πίσω μου
δείχνει να ξέρει.
Έχει ξυρισμένο το κεφάλι του αλά Κότζακ
και το ρολόι του πάει καλά.
Μόλις είμαι έτοιμη για κρίση
μου πατάει την ένεση: Προχώρα, εγώ είμαι εδώ, μου λέει

Το θέμα είναι πως, εάν δεν μείνεις άνθρωπος, όλη η πάλη πήγε στράφι.

Τώρα είμαι ανίκανη. Φ ο β ά μ α ι. Είμαι και γω
σαν κι αυτούς. Είμαι και γω ρημαγμένη.

Κατάλαβες;

Εάν κατάλαβες, ετοιμάσου.

Είναι μακρύς ο δρόμος
κι εγώ έρχομαι από πολύ μακριά με σκόνη.

***

Υ.Γ. Για μένα προσωπικά, κράτησα αυτό.

Advertisements

À propos de espοir - надежда - Hoffnung - speranza

надежда - 100% durchschaut - Vous m’avez pris pour une des votre! Voir tous les articles par espοir - надежда - Hoffnung - speranza

3 responses to “από πολύ μακριά, με σκόνη

Qqchose a declarer?

Entrez vos coordonnées ci-dessous ou cliquez sur une icône pour vous connecter:

Logo WordPress.com

Vous commentez à l'aide de votre compte WordPress.com. Déconnexion / Changer )

Image Twitter

Vous commentez à l'aide de votre compte Twitter. Déconnexion / Changer )

Photo Facebook

Vous commentez à l'aide de votre compte Facebook. Déconnexion / Changer )

Photo Google+

Vous commentez à l'aide de votre compte Google+. Déconnexion / Changer )

Connexion à %s